• Μαιευτικό & Γυναικολογικό Ιατρείο

  • Αθήνα - Αμπελόκηποι Λεωφ. Κηφισίας 80 Τηλ. 2106910101

Τι είναι η Υστεροσκόπηση και πού εφαρμόζεται;

Τι είναι η Υστεροσκόπηση; 

gynecology

Τι είναι:

Είναι ενδοσκοπική μέθοδος για την εξέταση και θεραπεία της ενδομητρικής κοιλότητας (εσωτερικό της μήτρας).

Πού εφαρμόζεται:

Σε περιπτώσεις υπογονιμότητας (λύση συμφύσεων και διάνοιξη των σαλπιγγικών στομίων).

Σε υποβλεννογόνια ινομυώματα.

Σε πολύποδες του ενδομητρίου.

Σε διαφράγματα της μήτρας.

Σε αφαίρεση ενδομητρικών συσκευών IVD (ενδομητρικά σπειράματα).

Σε θεραπεία λειτουργικών αιμορραγιών  της μήτρας.

Ποιό το πλεονέκτημα της μεθόδου;

Είναι ελάχιστα επεμβατική μέθοδος και πραγματοποιείται χωρίς τομές σε λίγα λεπτά. Ο πόνος μετά την επέμβαση είναι αμελητέος και η ασθενής αποχωρεί από το νοσοκομείο την ίδια μέρα.

Τι είναι η λαπαροσκόπηση και πώς χρησιμοποιείται στη Γυναικολογία;

Τι είναι η λαπαροσκόπηση;

Ενδοσκοπική και χειρουργική μέθοδος που με την βοήθεια της τεχνολογίας πραγματοποιούνται χειρουργικές επεμβάσεις με μεγάλο ποσοστό επιτυχίας και με ελάχιστο μετεγχειρητικό πόνο ώστε η ασθενής να επανέρχεται στο σπίτι της το πολύ σε 24 ώρες.

Πού χρησιμοποιείται στη γυναικολογία;

Διαγνωστικά και σε θεραπεία ενδομητρίωσης και προβλήματος υπογονιμότητας.

Αφαίρεση κύστεων (ενδομητριωσικών κλπ).

Αφαίρεση ινομυωμάτων μήτρας.

Ανάρτηση της μήτρας ή του κολοβώματος στον ιεροκοκυγικό σύνδεσμο για προβλήματα πρόπτωσης μήτρας.

Σε εξωμήτριο εγκυμοσύνη.

Σε προβλήματα σαλπίγγων (συμφύσεις).

Σε αφαίρεση μήτρας ολικής ή υφολικής από καλοήθεις παθήσεις (ινομυώματα μήτρας).

Σε ριζική υστερεκτομή με λεμφαδενικό καθαρισμό σε περιπτώσεις κακοήθειας τραχήλου ή ωοθηκών.

Λύση συμφύσεων  του εντέρου.

Μη επεμβατικός έλεγχος για εμβρυικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες

Μη επεμβατικός έλεγχος για εμβρυικές χρωμοσωμικές ανωμαλίες

Για πολλά χρόνια οι προγεννητικοί έλεγχοι ήταν περιορισμένοι. Η επιλογή ήταν μεταξύ είτε ελέγχου χαμηλής ακρίβειας με μικρό κίνδυνο, είτε επεμβατικής μεθόδου υψηλής ακρίβειας αλλά με υπαρκτό κίνδυνο για την εγκυμοσύνη. Τώρα όμως είναι διαθέσιμο ένα σημαντικό συμπληρωματικό test, το οποίο υπολογίζει την σχετική ποσότητα χρωμοσωμικού υλικού στο μητρικό αίμα. Αυτό μπορεί να γίνει από την 10η εβδομάδα κύησης και χωρίς τον πιθανό κίνδυνο που συνοδεύει τις επεμβατικές διαδικασίες. Μερικά από αυτά που ερευνά το test είναι:

ΤΡΙΣΩΜΙΑ 21 (Σύνδρομο Down)

ΤΡΙΣΩΜΙΑ 18 (Σύνδρομο Edwards)

ΤΡΙΣΩΜΙΑ 13 (Σύνδρομο Patau)

ΣΥΝΔΡΟΜΟ TURNER (X)

ΣΥΝΔΡΟΜΟ KLINEFELTER (XXY)

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΡΙΠΛΟΥ Χ (ΧΧΧ) ΚΑΙ ΣΥΝΔΡΟΜΟ (ΧΧΥ)

Κάθε γυναίκα μπορεί να έχει εγκυμοσύνη με χρωμοσωμική ανωμαλία- υγιείς γυναίκες, μητέρες κάθε ηλικίας και καταγωγής μπορεί να εμπίπτουν στην κατηγορία υψηλής επικινδυνότητας. Δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να κάνει ο γονέας για να προκαλέσει ή να αποφύγει μια χρωμοσωμική ανωμαλία. Συγκεκριμένοι παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν την πιθανότητα μίας εγκυμοσύνης με χρωμοσωμικές ανωμαλίες όπως:

  1. Προχωρημένη μητρική ηλικία
  2. Οικογενειακό ιστορικό με χρωμοχωμικές ανωμαλίες
  3. Υπερηχογραφικά ευρήματα που υποδεικνύουν χρωμοσωμικές ανωμαλίες
  4. Θετικός βιοχημικός έλεγχος

Είναι σημαντικό όμως να γνωρίζετε ότι αν και η συζήτηση για την πιθανότητα κινδύνων σε μια εγκυμοσύνη είναι απαραίτητη, οι περισσότερες εγκυμοσύνες εξελίσσονται απολύτως φυσιολογικά.

Κλιμακτήριος-εμμηνόπαυση

Κλιμακτήριος-εμμηνόπαυση

Τι είναι κλιμακτήριος;
Κλιμακτήριος είναι το χρονικό εκείνο διάστημα που η γυναίκα παρουσιάζει ορμονικές ανωμαλίες αλλά και ανωμαλίες εμμήνου ρύσεως και διαρκεί 2-10 χρόνια πριν την εμμηνόπαυση.
Ποια είναι τα συμπτώματα που μπορεί να υπάρχουν στην κλιμακτήριο;
• Μείωση του κύκλου (δηλαδή η περίοδος να έρχεται νωρίτερα απ’ ότι στο παρελθόν).
• Μεγάλη διάρκεια περιόδου
• Μεγάλη απώλεια αίματος
• Μικροαιμοραγίες
• Συχνές αιμορραγίες
• Αραιά διαστήματα μεταξύ των περιόδων.
Είναι πολύ σημαντικό και άκρως απαραίτητο κάθε γυναίκα που παρουσιάζει ένα απ’ αυτά τα συμπτώματα , μια φορά τον χρόνο να κάνει υπερηχογραφικό έλεγχο και test-Παπανικολάου γιατί μπορεί αυτά τα συμπτώματα να μην οφείλονται στην κλιμακτήριο αλλά σε κάποια κακοήθεια.
Τι είναι εμμηνόπαυση;
Εμμηνόπαυση ορίζεται η χρονική περίοδος που ακολουθεί ένα έτος μετά την τελευταία έμμηνο ρύση και οφείλεται στην μη αναστρέψιμη και οριστική παύση της λειτουργίας της .
Η διάγνωση της εμμηνόπαυσης γίνεται εκ των υστέρων και αφορά τη μετάβαση της γυναίκας από την αναπαραγωγική στην μη παραγωγική περίοδο της ζωής της.
Η γυναίκα γεννιέται με ένα ορισμένο αριθμό ωαρίων τα οποία αποθηκεύονται στις ωοθήκες. Η περίοδος και η ωορρηξία ρυθμίζονται από τις ορμόνες οιστραδιόλη και προγεστερόνη που παράγουν οι ωοθήκες. Κατά την εμμηνόπαυση οι ωοθήκες δεν παράγουν ωάριο κάθε μήνα , με συνέπεια η περίοδος να σταματά. Η περίοδος που θεωρείται μεταβατική πριν την οριστική κατάπαυση της λειτουργίας των ωοθηκών, ονομάζεται κλιμακτήριος. Αυτό το χρονικό διάστημα διαρκεί συνήθως από 2 -10 χρόνια.
Πότε συμβαίνει;
Οι περισσότερες γυναίκες παύουν να έχουν έμμηνο ρύση κατά τα τέλη της πέμπτης δεκαετίας τους, με μέση ηλικία εμμηνόπαυσης το 51ο έτος. Η εμμηνόπαυση που εμφανίζεται σε ηλικία μικρότερη των 40 ετών ονομάζεται πρώιμη εμμηνόπαυση. Μερικές γυναίκες μπορεί να εμφανίσουν εμμηνόπαυση μετά από χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών, χημειοθεραπεία , ακτινοβολία της κάτω κοιλιάς , ανοσολογικές διαταραχές, μεγάλο ψυχολογικό Shock.
Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τον χρόνο εμφάνισής της;
Οι παράγοντες αυτοί δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί. Φαίνεται όμως να εμπλέκονται κληρονομικοί , σωματομετρικοί παράγοντες (όπως βάρος σώματος), συνήθειες (όπως κάπνισμα), εξωγενείς παράγοντες (ψυχολογικοί, έντονο shock από απώλεια κάποιου δικού μας ανθρώπου).
Τι συμπτώματα προκαλεί η εμμηνόπαυση;
Τα συμπτώματα που προκαλεί η εμμηνόπαυση οφείλονται κυρίως στην έλλειψη οιστρογόνων και παρουσιάζονται στο 80% των γυναικών. Το 15% αυτών των γυναικών έχουν τόσο έντονα τα συμπτώματα ώστε είναι αναγκαία η παρέμβαση του γυναικολόγου. Οι περισσότερες νιώθουν εξάψεις οι οποίες παρουσιάζονται στο πάνω μέρος του σώματος, που συχνά συνοδεύονται από ερυθρότητα και έντονο ιδρώτα διαρκούν 1-2 min και μπορεί να συμβαίνουν και κατά τη διάρκεια του ύπνου. Επίσης μπορούν να παρουσιάζονται:
• Ξηρότητα του κόλπου
• Προβλήματα στην ούρηση
• Μείωση της σεξουαλικής διάθεσης
• Οστεοπόρωση
• Λεπτότερο, ξηρότερο, λιγότερο ελαστικό δέρμα
Ενώ σπανιότερα μπορεί να παρουσιαστεί:
• Πονοκέφαλος
• Ταχυκαρδίες
• Πόνος στις αρθρώσεις και τους μυς
• Κράμπες
• Αϋπνία
• Κατάθλιψη – ευερεθιστότητα – κυκλοθυμία
• Κακή διάθεση
• Αίσθημα παλμών
Πώς μπορώ να γνωρίζω ότι μπαίνω στην εμμηνόπαυση;
Ο γυναικολόγος επιβεβαιώνει τη διάγνωση με δύο εξετάσεις :
1. την μέτρηση της θυλακιοτρόπου ορμόνης στο αίμα (πολύ υψηλή)
2. το τεστ Παπανικολάου (ατροφία του κόλπου, λόγω έλλειψης των οιστρογόνων).
Τι μπορώ να κάνω για να μειώσω τα συμπτώματα;
Τα συμπτώματα μπορεί να μειωθούν με την βοήθεια των εξής:
• Καλή διατροφή
• Άσκηση
• Μείωση βάρους – διατήρηση φυσιολογικού
• Λήψη συμπληρωμάτων (ασβέστιο, βιταμίνες κ.α.)
• Διακοπή καπνίσματος
• Σωστές ώρες ύπνου
• Ορμονικά σκευάσματα , αφού έχει προηγηθεί εργαστηριακός έλεγχος και συζήτηση με τον γυναικολόγο.

Εργαστηριακές εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου

Εργαστηριακές εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου

Ο αρχικός έλεγχος της εγκυμοσύνης περιλαμβάνει μια ομάδα εργαστηριακών εξετάσεων που θα μας δώσουν χρήσιμες πληροφορίες για τη γενική κατάσταση της υγείας της εγκύου και θα αποκαλύψουν ή θα αποκλείσουν την ύπαρξη παθήσεων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές επιπλοκές τόσο στην ίδια την έγκυο όσο και στη διάπλαση και ανάπτυξη του εμβρύου.

  1. Γενική αίματος: με τη γενική εξέταση αίματος ελέγχεται ο αριθμός και η μορφολογία  των ερυθρών και λευκών αιμοσφαιρίων, των αιμοπεταλίων, όπως και άλλων ειδικότερων παραμέτρων (αιμοσφαιρίνη, αιματοκρίτης, μέσος όγκος ερυθρών κλπ)
  2. Γενική ούρων: η σπουδαιότητά της συνίσταται στο ότι είναι σε θέση να αποκαλύψει την παρουσία κάποιας βλάβης του ουροποιητικού συστήματος και πιο συγκεκριμένα να προσφέρει μία εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας, να αποκαλύψει την ύπαρξη λοιμώξεων και συστηματικών παθήσεων.
  3. Ουρία αίματος: αύξηση του ποσού της ουρίας αίματος μπορεί να προέλθει από διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, προνεφρικά αίτια, μετανεφρικά αίτια, αυξημένο καταβολισμό πρωτεϊνών.
  4. Σάκχαρο αίματος: η ύπαρξη του διαβήτη στην έγκυο αν δε διαγνωσθεί ή δε ρυθμιστεί σωστά είναι δυνατόν να προκαλέσει μεγάλα έμβρυα με αποτέλεσμα τη δυστοκία, ανώματα σχήματα και θέσεις εμβρύων στη μήτρα, πρόωρο τοκετό, φαινόμενα τοξιναιμίας, ενδομήτριο θάνατο του εμβρύου.
  5. Σίδηρος ορού αίματος: στην εγκυμοσύνη υπάρχει αυξημένη ανάγκη σιδήρου, έτσι ο προσδιορισμός των επιπέδων του στον ορό είναι επιβεβλημένος για να αντιμετωπισθούν τυχόν υπάρχοντα ελλείμματα.
  6. Έμμεσος coombs: όταν η μητέρα είναι Rhesus αρνητική και ο πατέρας Rhesus θετικός, τότε υπάρχει η λεγόμενη ασυμβατότητα Rhesus. Η γνώση της ασυμβατότητας από την αρχή της εγκυμοσύνης και ο συχνός περιοδικός έλεγχος προλαμβάνουν τις περισσότερες φορές τη συγγενή αιμολυτική αναιμία ή τον πυρηνικό ίκτερο του νεογνού με μοιραία συνήθως κατάληξη.
  7. VDRL: γίνεται για τη διάγωση της παρουσίας ή μη της αφροδισίας νόσου, σύφιλης. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης η μόλυνση του εμβρύου από τη μητέρα έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη συγγενούς σύφιλης. Πρώτο εύρημα της συγγενούς σύφιλης στα νεογνά είναι η ρινίτιδα. Άλλες εκδηλώσεις της νόσου είναι η αναιμία και ο ίκτερος. Ο θάνατος των νεογνών οφείλεται σε ηπατική ανεπάρκεια ή πνευμονική νόσο. Εάν γίνει θεραπεία της μητέρας τους τέσσερις πρώτους μήνες, το έμβρυο δεν προσβάλλεται από τη νόσο.
  8. Αντισώματα λιστέριας: η λοίμωξη «λιστερίωση» οφείλεται στο βακτήριο λιστέρια μονοκυτταρογόνος και μπορεί να εμφανισθεί στον άνθρωπο με μια από τις ακόλουθες μορφές: α) Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης: Οι λοιμώξεις αυτές αφορούν την έγκυο γυναίκα και εμφανίζονται σε οποιοδήποτε στάδιο της εγκυμοσύνης, συχνότερα όμως στο τρίτο τρίμηνο. Η νόσος χαρακτηρίζεται από πυρετό και ρίγη. Σε ορισμένες περιπτώσεις η λοίμωξη της εγκύου οδηγεί την αποβολή του κυήματος. β) Λοιμώξεις του εμβρύου: Η μεταφορά του μικροβίου από τον πλακούντα στο έμβρυο προκαλεί την εμφάνιση αποστημάτων ή κοκκιωμάτων σε διάφορα όργανα του εμβρύου όπως το ήπαρ, το σπλήνα, τον πνεύμονα κλπ. γ) Άλλες λοιμώξεις: σηψαιμία, μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, τραχηλική λεμφαδενίτιδα κλπ.
  9. Αντισώματα τοξοπλάσματος: σε περίπτωση που η μητέρα μολύνεται κατά την κύηση η λοίμωξη του εμβρύου (συγγενής τοξοπλασμάτωση) μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο του εμβρύου ή σε σοβαρές ανωμαλίες του κεντρικού νευρικού συστήματος. Σε άλλες περιπτώσεις παρατηρείται χοριοαμφιβλητροειδίτιδα, ενδοεγκεφαλικές αποτιτανώσεις, ψυχοκινητικές διαταραχές και υδροκεφαλία. Η προγεννητική τοξοπλασμάτωση αποτελεί κύριο αίτιο τύφλωσης και άλλων συγγενών ανωμαλιών.
  10. Αντισώματα ερυθράς: η λοίμωξη από ερυθρά κατά την κύηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη λοίμωξη του πλακούντα και του εμβρύου. Ο ιός δεν καταστρέφει τα κύτταρα του εμβρύου αλλά επιβραδύνει το ρυθμό ανάπτυξής τους με αποτέλεσμα μικρότερο του φυσιολογικού αριθμό κυττάρων στα όργανα κατά τη γέννηση. Υψηλό ποσοστό κινδύνου (60 – 85%) παρατηρείται όταν η λοίμωξη συμβεί τις πρώτες 8 εβδομάδες της εγκυμοσύνης.
  11. Αντισώματα κυτταρομεγαλοιού (CMV): οι ενδομητρικές αυτές λοιμώξεις έχουν ενοχοποιηθεί ως πιθανά αίτια διανοητικής καθυστέρησης και απώλειας της ακοής. Η λοίμωξη διαγιγνώσκεται εργαστηριακά με την ανίχνευση των ειδικών IGM και IGG αντισωμάτων. Έτσι παρέχεται η δυνατότητα καθορισμού της ενεργού ή χρόνιας φάσης της νόσου.
  12. Μυκοπλάσματα τραχηλικού επιχρίσματος: η εξέταση του τραχηλικού υγρού για μυκόπλασμα περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο προσβολής του εμβρύου, αφού εφαρμοσθεί η κατάλληλη θεραπεία.
  13. Χλαμύδια τραχηλικού επιχρίσματος: η χλαμυδιακή λοίμωξη είναι δυνατόν να δημιουργήσει διάφορες φλεγμονές όπως: τράχωμα, επιπεφυκίτιδα, λεμφοκοκκίωμα, τραχηλίτιδα. Η πρόληψη της οφθαλμικής νόσου στα νεογέννητα εξαρτάται από τη διάγνωση και θεραπεία της εγκύου και του συντρόφου.
  14. Αιμολυτικός έλεγχος ή έλεγχος αιμοσφαιρινοπαθειών: οι εξετάσεις αυτές είναι απαραίτητες για τη διάγνωση ποσοτικών (μεσογειακής αναιμίας) και ποιοτικών (δρεπανοκυτταρικής αναιμίας) αιμοσφαιρινοπαθειών ή των ασυμπτωματικών (ετεροζυγότες) φορέων αυτών. Οι ανωμαλίες αυτές είναι κληρονομικές και μεταβιβάζονται με τα σωματικά γονίδια.
  15. Μοριακός έλεγχος κυστικής ίνωσης: η κυστική ίνωση είναι η δεύτερη σε συχνότητα γενετική ασθένεια μετά τη Μεσογειακή αναιμία. Ένα ζευγάρι φορέων της νόσου έχει 25% πιθανότητα να γεννήσει ένα άρρωστο παιδί.
  16. Ομάδα αίματος και RHESUS: είναι απαραίτητα για την ανάγκη της επείγουσας μετάγγισης.
  17. Αντιγόνο ηπατίτιδας Β (HBsAg):η κλινική εικόνας της ιογενούς ηπατίτιδας Β έχει ευρύ φάσμα εκδηλώσεων που κυμαίνεται από ασυμπτωματική λοίμωξη χωρίς ίκτερο μέχρι την κεραυνοβόλο ηπατίτιδα (σπάνια) που έχει και υψηλή θνητότητα.
  18. HCV – HIV:  ο έλεγχος για αυτές τις σοβαρές ιογενείς λοιμώξεις είναι απαραίτητος διότι είναι δυνατή η κάθετη μετάδοση από τη μητέρα φορέα στο κύημα, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, όσο και κατά τη διάρκεια του τοκετού.